Η ψήφιση του τροποποιητικού νόμου για τους σκύλους το 2026 παρουσιάστηκε ως μια αναγκαία μεταρρύθμιση για την ευημερία των ζώων και την πάταξη των χρόνιων προβλημάτων που ταλανίζουν την κυπριακή κοινωνία, όπως τα αδέσποτα και η ανεξέλεγκτη αναπαραγωγή. Ωστόσο, όταν απομακρυνθούμε από τη θεωρία και εξετάσουμε την πράξη, προκύπτει ένα σοβαρό ερώτημα: πρόκειται όντως για μια ισορροπημένη νομοθεσία ή για ένα πλαίσιο που επιβαρύνει δυσανάλογα —και άδικα— τον κυνηγό και τον ιδιοκτήτη κυνηγετικού σκύλου;


Ο κυνηγός στο στόχαστρο

Παρά τις διαβεβαιώσεις περί «οριζόντιας εφαρμογής», είναι ξεκάθαρο ότι οι κυνηγοί επηρεάζονται πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη κατηγορία ιδιοκτητών σκύλων. Ο λόγος είναι απλός: ο κυνηγός δεν έχει έναν σκύλο συντροφιάς, αλλά συχνά διατηρεί περισσότερα ζώα, τα οποία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της δραστηριότητάς του.

Οι νέες υποχρεώσεις για εγγραφές, σημάνσεις, ελέγχους και συνεχή συμμόρφωση δημιουργούν ένα ασφυκτικό πλαίσιο. Αυτό που στην πράξη προβάλλεται ως «οργάνωση», βιώνεται από πολλούς ως υπερβολική γραφειοκρατία.


Οικονομική επιβάρυνση χωρίς λογική

Ένα από τα πιο έντονα σημεία κριτικής αφορά τα αυξημένα τέλη και τις οικονομικές επιβαρύνσεις που επιβάλλονται.

Για έναν κυνηγό με πολλούς σκύλους:

  • τα τέλη κατοχής πολλαπλασιάζονται,
  • οι διαδικασίες εγγραφής συνεπάγονται κόστος,
  • οι πιθανές ποινές και εξώδικα αυξάνουν το οικονομικό ρίσκο.

Το βασικό ερώτημα που προκύπτει είναι: ποιος είναι ο στόχος;
Αν ο στόχος είναι η υπεύθυνη κατοχή, τότε γιατί επιβάλλονται μέτρα που μοιάζουν περισσότερο με φορολογική επιβάρυνση παρά με ουσιαστική ρύθμιση;

Υπάρχει ορατός κίνδυνος οι υπερβολικές αυτές απαιτήσεις:

  • να ωθήσουν ιδιοκτήτες στην παρανομία,
  • να οδηγήσουν σε μη δήλωση σκύλων,
  • ή, ακόμη χειρότερα, σε εγκατάλειψη ζώων λόγω αδυναμίας κάλυψης του κόστους.

Ένα μέτρο που υποτίθεται ότι προστατεύει τα ζώα, μπορεί τελικά να έχει το αντίθετο αποτέλεσμα.


Μέτρα δύσκολα έως ανεφάρμοστα

Πέρα από το οικονομικό σκέλος, πολλά από τα προβλεπόμενα μέτρα εγείρουν σοβαρά ερωτήματα πρακτικότητας.

Σε θεωρητικό επίπεδο, όλα φαίνονται σωστά. Στην πράξη όμως:

  • Πώς θα ελέγχεται η συνεχής συμμόρφωση σε αγροτικές και απομακρυσμένες περιοχές;
  • Πόσο ρεαλιστικό είναι να εφαρμόζονται αυστηροί κανόνες σε συνθήκες κυνηγίου;
  • Υπάρχουν οι απαραίτητοι μηχανισμοί ελέγχου ή απλώς δημιουργείται ένα πλαίσιο που δεν μπορεί να εφαρμοστεί;

Η εμπειρία δείχνει ότι νόμοι που δεν μπορούν να εφαρμοστούν, τελικά υπονομεύονται και απαξιώνονται.


Πολιτική ευθύνη και επιμονή παρά τις αντιδράσεις

Αξίζει να σημειωθεί ότι τόσο το ΑΚΕΛ όσο και το Κίνημα Οικολόγων – Συνεργασία Πολιτών πρωτοστάτησαν στην προώθηση και υπερψήφιση της συγκεκριμένης νομοθεσίας στην παρούσα της μορφή.

Η επιμονή αυτή εκφράστηκε παρά τις έντονες επιφυλάξεις που διατυπώθηκαν για:

  • ασάφειες σε βασικές πρόνοιες,
  • έλλειψη πρακτικών μηχανισμών εφαρμογής,
  • και την απουσία ουσιαστικής προσαρμογής στις ανάγκες της κυνηγετικής κοινότητας.

Το γεγονός αυτό ενισχύει την αίσθηση ότι δεν δόθηκε η απαραίτητη βαρύτητα στην καθημερινή πραγματικότητα των ανθρώπων που επηρεάζονται άμεσα, αλλά προτιμήθηκε μια πιο θεωρητική προσέγγιση, βασισμένη κυρίως σε ιδεολογικές τοποθετήσεις γύρω από τα δικαιώματα των ζώων.


Με πρόσχημα τα δικαιώματα των ζώων;

Κανείς δεν αμφισβητεί την ανάγκη για προστασία και ευημερία των ζώων. Ωστόσο, ένα σημαντικό μέρος της κυνηγετικής κοινότητας εκφράζει την άποψη ότι ο συγκεκριμένος νόμος ξεπερνά τα όρια της λογικής ρύθμισης.

Υπάρχει η έντονη αίσθηση ότι:

  • ορισμένες πρόνοιες δεν στοχεύουν απλώς στην προστασία των ζώων,
  • αλλά λειτουργούν έμμεσα ως μέσο περιορισμού ή και τιμωρίας της κυνηγετικής δραστηριότητας.

Όταν οι υποχρεώσεις γίνονται υπερβολικές και το κόστος δυσβάσταχτο, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται δεν είναι «φροντίστε τα ζώα σας», αλλά «σταματήστε».


Αναγκαία ρύθμιση ή υπερβολή;

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το προηγούμενο πλαίσιο χρειαζόταν εκσυγχρονισμό. Υπήρχαν κενά, προβλήματα και καταστάσεις που έπρεπε να διορθωθούν.

Όμως, η ισορροπία είναι το ζητούμενο.

Ένας αποτελεσματικός νόμος πρέπει:

  • να είναι εφαρμόσιμος,
  • να είναι δίκαιος,
  • και να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε ομάδας.

Στην παρούσα του μορφή, ο νόμος φαίνεται να αποτυγχάνει σε αυτά τα σημεία, τουλάχιστον όσον αφορά τους κυνηγούς.


Συμπέρασμα

Ο τροποποιητικός νόμος του 2026 για τους σκύλους, παρά τις καλές προθέσεις, δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα παρά λύσεις για την κυνηγετική κοινότητα. Οι αυξημένες οικονομικές επιβαρύνσεις, η δυσκολία εφαρμογής και η αίσθηση στοχοποίησης των κυνηγών συνθέτουν ένα αρνητικό κλίμα.

Αν δεν υπάρξουν διορθωτικές κινήσεις και ουσιαστικός διάλογος με τους άμεσα επηρεαζόμενους, υπάρχει ο κίνδυνος το αποτέλεσμα να είναι ακριβώς το αντίθετο από το επιδιωκόμενο: περισσότερη παρανομία, περισσότερα εγκαταλελειμμένα ζώα και λιγότερη εμπιστοσύνη προς το κράτος.

Και αυτό είναι κάτι που δεν συμφέρει κανέναν — ούτε τους κυνηγούς, ούτε την κοινωνία, ούτε τα ίδια τα ζώα.